αντήχηση

Το φαινόμενο της ενίσχυσης του ήχου ο οποίος παράγεται μέσα σε έναν σχετικά περιορισμένο χώρο, εξαιτίας της συμβολής των ανακλώμενων κυμάνσεων. Για να συμβεί το φαινόμενο αυτό της α., πρέπει να υπάρχει μεταξύ των πηγών του ήχου και του εμποδίου που προκαλεί την ανάκλαση απόσταση τουλάχιστον 17 μ., αλλιώς παράγεται το φαινόμενο της ηχούς. Αυτό οφείλεται στην ιδιότητα του αισθητήριου της ακοής, σύμφωνα με την οποία για να ακουστούν ξεχωριστά δύο ήχοι πρέπει να απέχουν χρονικά περισσότερο από 0,1 δευτ. Επειδή o ήχος διανύει 340 μ./δευτ., σε 0,1 δευτ. θα διανύσει 340 x 0,1 = 34 μ., δηλαδή 17 μ. για την πρόσπτωση και 17 μ. για την ανάκλαση. Η α. λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη στην κατασκευή αιθουσών συναυλιών, διαλέξεων κ.α.
* * *
η (Α ἀντήχησις)
ηχώ, αντίλαλος, ανάκλαση του ήχου στις περιβάλλουσες επιφάνειες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντήχηση — η ο ήχος που προέρχεται από ανάκλαση, ηχώ, αντιλάλημα: Η αντήχηση που έφτανε στ αυτιά τους ήταν αρκετά δυνατή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντήχηση — [андихиси] ουσ. Θ. эхо, отзвук, резонанс …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀντηχήσῃ — ἀντηχήσηι , ἀντήχησις a re echoing fem dat sg (epic) ἀντηχέω sing in answer aor subj mid 2nd sg ἀντηχέω sing in answer aor subj act 3rd sg ἀντηχέω sing in answer fut ind mid 2nd sg ἀ̱ντηχήσῃ , ἀντηχέω sing in answer futperf ind mp 2nd sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντηχητικός — ή, ό αυτός που αποδίδει την αντήχηση, ο κατάλληλος για να προκαλείται αντήχηση …   Dictionary of Greek

  • ήχος — Διάδοση σε ένα ελαστικό μέσο των ταλαντώσεων που μεταδίδει σε αυτό ένα ταλαντούμενο σώμα (ηχητική πηγή). Συνήθως ή. ονομάζεται και το αποτέλεσμα που παράγεται από τις ελαστικές ταλαντώσεις στο εσωτερικό αφτί. Για το φυσιολογικό ανθρώπινο αφτί, το …   Dictionary of Greek

  • ακουστική — Το σύνολο των φαινομένων που έχει σχέση με την ακοή. Επίσης, επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενό της το σύνολο των φαινομένων, που έχουν σχέση με τις ελαστικές ταλαντώσεις και περιλαμβάνει: 1) Το τμήμα της φυσικής που εξετάζειτα ηχητικά… …   Dictionary of Greek

  • αντίβουο — το 1. αντήχηση βοής, βουητού 2. βουητό που έρχεται από μακριά …   Dictionary of Greek

  • αντίκτυπος — ο κ. αντίχτυπος (Α ἀντίκτυπος ον) νεοελλ. 1. αντήχηση κτύπου 2. απήχηση, ανακλώμενο αποτέλεσμα, συνέπεια αρχ. αυτός που αντηχεί …   Dictionary of Greek

  • αντίλαλος — ο ανάκλαση ήχου, αντιβούισμα, αντήχηση 2. απήχηση, αντίκτυπος, εντύπωση …   Dictionary of Greek

  • αντίπεμψις — ἀντίπεμψις, η (Α) αντήχηση, ηχώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.